Mostrando entradas con la etiqueta Filología. Mostrar todas las entradas
Mostrando entradas con la etiqueta Filología. Mostrar todas las entradas

6 nov 2011

Los Alfabetos Arcaicos

Clasificación de A. Kirchhoff.

El sistema de escritura griego es alfabético y tiene su origen alrededor del s.XI a.C., aunque las inscripciones más antiguas que conservamos son del s. VIII a.C. El sentido de la escritura era en sus comienzos de derecha a izquierda, tal como lo hacían las lenguas semíticas:

Variante doria.
El alfabeto griego es herencia del alfabeto fenicio, sin duda alguna, pues ya los propios griegos llamaban a su escritura phonikeia grammata. Además, a simple vista se puede observar que los rasgos de la mayoría de las letras lleva inmediatamente a pensar en este origen para el alfabeto griego.
Pero tras adoptar la escritura fenicia, tuvieron que inventar nuevos signos para aquellos sonidos propios de la lengua griega. Y realmente no tuvieron que ir muy lejos, pues el mismo alfabeto fenicio poseía más letras de las que los griegos necesitaban, y la solución fue reciclar algunas de estas.

Precisamente, en el siglo XIX, el investigador A. Kirchhoff hizo una clasificación de los alfabetos griegos, en base a la adición de estas letras al alfabeto, dividiéndolos de acuerdo al valor fonético que se le daba en las diferentes regiones. Como resultado de sus investigaciones elaboró su teoría de los alfabetos verdes, rojos y azules, estos últimos clasificándolos a su vez en claros y oscuros.

Estas son las principales características de la anotación de las consonantes dobles:

-Alfabeto verde (meridional): Creta, Melos y Tera.

<Π> [ph] ανποτεροις  <ΠΣ> [ps] εγραπσε
<Κ> [kh]  κρεματα      <ΚΣ> [ks] δικακσατο

En Tera y Melos se usan ocasionalmente las combinaciones <ΠΗ>, <ΚΗ> (<KoppaΗ>), e incluso <ΘΗ> de forma redundante: αμενπhες, επευκhομενος, ΑστυοKoppahος, Θhαρυμακhας.

Alfabetos azules
-Alfabeto azul oscuro: Costa de Asia Menor, Quios, Samos y la mayoría de las islas del Egeo; Megara, Corinto con sus respectivas colonias, Argólide, Panfilia.

<Φ> [ph] ανφοτεροις  <Ψ> [ps] εγραψε
<Χ> [kh]  χρεματα       <Ξ>  [ks] δικαξατο

-Alfabeto azul claro: Cícladas (Naxos, Paros, Ceos, Amorgos), Atenas, Egina.

<Φ> [ph] ανφοτεροις  <ΠΣ, ΦΣ> [ps] εγραπσε, εγραφσε.
<Χ> [kh]  χρεματα       <ΚΣ, ΧΣ, ΗΣ>  [ks] δικακσατο, ευχσαμενος,...

-Alfabeto rojo (occidental): Grecia continental salvo las excepciones indicadas, Eubea y Rodas con sus respectivas colonias.

<Φ> [ph] ανφοτεροις  <ΠΣ, ΦΣ> [ps] εγραψε, εγραφσε.
<ψ> [kh]  ψρεματα       <Χ>  [ks] δικαχατο

En algunas regiones se atestiguan tentativas esporádicas para anotar [ps].

14 oct 2011

Michael Ventris


Το 1936 ο Α. Evans έδωσε μια διάλεξη στο Λονδινο σχετικά με τις αρχαιλογικές ανακαλύψεις του στο ανάκτορο της Κνωσού και τη μυστηριώδη μινωική γραφή. Ανάμεσα στούς ακροατές του ήταν και ο δεκατετράχονος τότε Michael Ventris, ο οποίος εντυπωσιάστηκε από όσα άκουσε και αποφάσισε να ασχοληθεί συστηματικά με τα άγνωστα εκείνα σύμβολα για να αποκαλύψει το μυστήριό τους. Άρχισε να μελετά τη διαθέσιμη σχετική βιβλιογραφία και να αλληλογραφεί με ειδικούς επιστήμονες. Ο σπόρος που έπεσε στο πνεύμα του άρχισε να φυτρώνει και δεν θα αργο΄θσε να αποδώσει καρπούς.

Μετά από 4 χρόνια, το 1940, δημοσιεύθηκε στο περιοδικό American Journal of Archaeology το πρώτο άρθρο του με τίτλο Εισαγωγή στη Μινωική Γλώσσα. Η σκέψη του προσανατολιζόταν στην εύρεση μιας γλώσσας που θα μπορούσε να είναι συγγενική της μινωικής. Η Ελληνική αποκλειόνταν κατηγορηματικά από τους επιστήμονες, διοτί, ήταν επηρεασμένοι από τη θεωρία του Evans. Ο Ventris πρότεινε την ατρουσκική, τη γλώσσα των Ετρούσκων, αποίκων της Ιταλίας, που προέρχονταν από το Αιγαίο. Αν και τα αποτελέσματα της  σύγκρισης με τη Γραμμική Β ήταν αρνητικά, εντούτοις η εκδοχή της  ετρουσκικής γλώσσας παρέμεινε σαν έμμονη ίδεα στη σκεψή του, ακόμη και μέχρι τις αρχές του 1952, λίγους μήνες δηλαδή πρίν καταλήξει στην ορθή λύση.

Κατ'α το Β' Παγκόσμιο Πόλεμο ο Ventris υπηρέτησε στη Βασιλική Αεροπορία της Μεγάλης Βρετανίας. Αργότερα φοίτησε στη Σχολή Αρχιτεκτόνων και το 1948 έλαβε το πτθχίο του με άριστα. Κατόπιν εργάστηκε ως αρχιτέκτονας στο Υπουργείο Παιδείας της Μεγάλης Βρετανίας. Ποτέ όμως δεν έπαψε να ενδιαφέρεται για τη μινωική γραφή, διότι το φιλέρευνο πνεύμα του δεν επρόκειτο να ικανοποιηθεί, εάν δεν έβρισκε τη λύση του μυστηρίου.

Το 1950 έστειλε σε 12 επιστήμονες (για τους οποίους γνώριζε ότι ασχολούνται με το θέμα) ένα ερωτηματολόγιο, ζητώντας τη γνώμη τους πάνω σε διάφορα θέματα σχετικά με τη Γραμμική Β, όπως την ύπαρξη κλίσεων, τις πιθανές σχέσεις της με τη Γραμμική Α και την Κυπριακή κ.ά. Από τους 12 απάντησαν οι 10, μεταξύ των οποίων και ο Έλληνας Κωνσταντίνος Κτιστόπουλος. Το επόμενο διάστημα ο Ventris συνέχισε την αλληλογραφία μαζί τους και τους ενημέρωνε για την πρόοδο των ερευνών του.

Οι διαπιστώσεις και τα συμπεράσματα στα οποία κατέληγε καταγράφονταν και τα διαστήματα από τον ίδιο στις λεγόμενες Σημειώσεις Εργασίας. Σε αυτές αναδεικνύεται όλλη η εξελικτική πορεία της ερευνάς του, οι ατέλειες, τα σφάλματα και οι αστοχίες, αλλά και το συνθετικό πνεύμα του, με το οποίο διέκρινε συνδυασμούς και συσχετισμούς μέσα στο πέλαγος των μυστηριωδών σημείων. Με δικά του έξοδα τύποσε τις αρχικές Σημειώσεις Εργασίας του και τις έστειλε σε διάφορους επιστήμονες. Ήταν πεπεισμένος ότι μόνο με συλλογική εργασία αρκετών μελετητών θα μπορούσε να βρεθεί ικανοποιητική λύση. Γι' αυτό δεν διεκδίκησε για τον εαυτό του τη δόξα της ερευνάς του, την αποκρυπτογράφηση τησ Γραμμικης Β, υπεράνω των προσωπικών του φιλοδοξιών.

Η μέθοδος που ακολούθησε ο Ventris ήταν πολύ απλή και πρακτική, αλλά συνάμα και ιδιοφυής. Χρησιμοποίησε ως βασικό εργαλείο του τη λεγόμενη "σχάρα", η οποία ήταν ένας πίνακας με κάθετες στήλες και οριοζόντιες σειρές. Σε κάθε κάθετη στήλη τοποθετούσε τα σύμβολα που φαινονταν ότι περιείχαν το ίδιο φωνήεν μαζί με κάποιο σύμφωνο, ενώ σε κάθε οριζόντια σειρά τοποθετούσε τα σύμβολα που φαίνονταν ότι περιείχαν το ίδιο σύμφωνο μαζί με κάποιο φωνήεν. Η σταδιακή συμπλήρωση των τετραγωνιδίων της σχάρας υποποιήθηκε με εξαιρετικά πολύμπλοκους συλλογισμούς, συνδυασμούς μεταξύ των λέκεων, στατιστικές αναλύσεθς της εμφάνισης των συμβόλων, διορθώσεις των αναπόφευκτων λαθών κ.ο.κ.

Όλα αυτά τα στάδια επεξεργασίας είναι καταγεγραμμένα λεπτομερώς στις Σημειώσεις Εργασίας. Η σχάρα, βέβαια, υπόκειτο σε συνεχείς τροποποιήσεις, αλλά ως εργαλείο αποδείχθηκε εξαιρετικά λειτουργικό. Στην εικ.17 φαίνεται η μορφή που είχε η σχάρα του Ventris στις 28 Σεπτεμβρίου του 1951, όπως αποτυπώνεται στη Σημειώσεις Εργασίας 15.

Αναφέραμε προηγοθμένος ότι η σκέψη του Ventris  ήταν προσκολλημένη στην εκδοχή της ετρουσκικής γλώσσας και ότι οι Σημειώσεις Εργασίας έβριθαν από συσχετισμούς της μινωικής γραφής με αυτήν. Δεν έβρισκε όμως διέξοδο προς αυτήν την κατεύθυνση. Στα μέσα περίπου του 1952 διαπίστωσε ότι ορισμένοι, τουλάχιστον, από του συνδυασμούς συμβόλων μπορούσαν να αποδοθούν με ελληνικές λέξεις. Καθώς διαπίστωσε ότι το ίδιο ίσχυε και με άλλους συνδυασμούς, έγραψε σε κάποιο σημείο της τελευταίας Σημειώσεις Εργασίας ότι "η χίμαιρα της ελληνικής γλώσσας εμφανίζεται ξανά". Και ενώ είχε ήδη ταχυδρομήσει τη Σημειώση αυτή στους επιστήμονες με τους οποίους αλληλογραφούσε, συνέχισε την προσπάθειά του προς τη νεα κατεύθυνση και, έκπληκτος, αντελήφθη ότι η ελληνική λύση της Γραμμικης Β ήταν αβαπόφευκτη. Ο κώδικας είχε "σπάσει" και η άγνωστη γλώσσα ωα αποκαλύπτει τα μυστικά της.

Η πρώτη λέξη που αποκρυπτογραφήθηκε με βεβαιότητα ήταν το τοπωνύμο a-mi-ni-so = Αμνισός και ακολούθησαν τα τοπωνύμια  ko-no-so = Κνώσος, tu-ri-so = Τύλισσος και pa-to = Φαιστός. Από εκεί και πέρα τα πράγματα ήταν πολύ εθκολότερα, διότι η ταύτιση ενός συμβόλου αποκάλυπτε το σύμφωνο και το φωνήεν που είχαν όλα τα σύμβολα στην ίδια σειρά η στην ίδια στήλη πάνω στη σχάρα. Κατ' αυτόν τον τρόπο κατέση δυνατή η ταύτιση των περισσότερων συμβόλων.

Ο  Ventris σκοτώθηκε σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα τη νύχτα της 6ης Σεπτεμβρίου του 1956. Καθώς επέστρεφε στο σπίτι του με το αυτοκινητό του, συγκρούστηκε με ένα φορτηγό και το νήμα της ζωής του κόπηκε ακαιριαία.

10 oct 2011

El descubrimiento de la Lineal B


El tema que nos ocupa hoy, lo encuentro especialmente interesante. Y lo suficientemente desconocido para que resulte atrayente. Dentro de la filología clásica encontramos un sin fin de mundos, pero hay uno que para los filólogos pasa casi inadvertido en sus años de formación académica. Este mundo, que se esconde en los inicios del tiempo, no es otro que el griego micénico. 

Antes de Homero deben haber existido otro poetas, pero no nos ha llegado nada de sus obras, o al menos así lo creemos. Sin embargo, en el último siglo se ha realizado un trabajo minucioso, y otras veces no tan minucioso, para desvelar los misterios anteriores a Homero. 

Como bien sabemos, Homero no era un brillante artista que crease sus poemas de un modo espontáneo, sino que sólo hizo uso de una leyenda ya existente. Él fue el último y el más grande de una línea de poetas que habían cantado la historia de Troya. Cantado, no escrito. Las leyendas que conocemos a través de Homero son muchas, pero contradictorias, y es inútil tratar de entresacar las escasas partículas de verdad que probablemente contienen.  Gran parte del relato homérico se debe también sin duda a la imaginación del poeta. Pero supone un importante punto de referencia para un período de la prehistoria griega en que el país estaba organizado en fuertes reinos centrados en torno a Micenas, si bien en una época ya histórica ésta no era sino una pequeña aldea.

Pero Micenas era suficientemente real para persuadir a un hombre de negocios alemán del s. XIX,  de espíritu romántico, Heinrich Schliemann, a retirarse de sus negocios y consagrar su tiempo y su fortuna a la búsqueda de un testimonio tangible de aquella época olvidada. Este "nuevo arqueólogo" sacó a la luz numerosos enclaves importantes para la historia que hoy nos ocupa. Pero de Schliemann hablaremos próximamente.


Entre los muchos eruditos que estuvieron en Atenas en 1890 para examinar los tesoros de Schliemann había un inglés llamado Arthur Evans. Su apreciación del alto nivel de civilización alcanzado por los habitantes de Micenas le llevó a reflexionar sobre la estructura económica de un reino suficientemente rico para producir tales monumentos. Puesto que Micenas no poseía ninguna riqueza natural, no existían minas de oro ni plata ni cualquier producto susceptible de exportación, la elaboración de los productos implicaba una clara especialización, y esto, un sistema económico en el cual los trabajadores especializados dispusieran de medios de subsistencia. Fue esta la razón que llevó a Evans a pensar que los habitantes de Micenas tuvieron que saber escribir, aunque no se había hallado inscripción alguna en sus sepulturas y palacios.

Estas reflexiones incitaron a Evans a buscar huellas de escritura prehistórica; y llamaron su atención unas gemas grabadas que podían hallarse en las tiendas de antigüedades de Atenas. Evans las atribuyó a Creta, y cuando la isla estaba aún bajo el gobierno turco y en constante estado de agitación, la atravesó de extremo a extremo, con otro joven, que más tarde iba a compartir con él un título de nobleza, John Myres. Allí encontraron abundantes pruebas del origen de estas piedras, porque las campesinas las solían llevar como amuletos.

Pero esto no bastaba. Unos cuantos caracteres grabados en unos sellos de piedra no probaban la existencia de una contabilidad necesaria para dirigir un país civilizado. Evans decidió excavar por sí mismo, y en 1900, tan pronto como la liberación de Creta del gobierno turco lo permitió, comenzó las excavaciones en un lugar ya bien conocido, Cnosos, sede real y capital de un legendario imperio. Su objeto principal, el descubrimiento de inscripciones, se consiguió rápidamente; el 30 de marzo de 1900 se hallaron las primeras tablillas, una semana después de comenzar las excavaciones. 

Así nació la teoría de una civilización cretense no-griega llamada minoica, por el nombre de su legendario rey.

 Evans pudo distinguir en seguida tres fases en la historia de la escritura minoica, según él la llamó. En la fase más primitiva la escritura consistió en signos pictográficos que representaban objetos generalmente identificables. Y a este estilo lo llamó jeroglífico. No puede intentarse descifrarlas porque el material con que se cuenta es escaso. La segunda fase, comprende un sistema de escritura con signos pictográficos reducidos a simples trazos, y Evans llamó a la escritura de este segundo período Lineal A. Su dirección es de izquierda a derecha y se han encontrado ejemplos de ella en toda Creta, pero no fuera de ella. La mayor colección de la que disponemos es un conjunto de 150 tablillas de arcilla procedentes de un palacio situado a pocas millas de distancia de Festos. Y, en una fecha que no puede determinarse con exactitud, la Lineal A fue sustituida por una forma modificada que Evans llamó Lineal B.

Lineal A
La relación entre Lineal A y Lineal B es confusa. No se trata simplemente de una reducción de la primitiva escritura en imágenes a formas más simples y más fáciles de escribir, puesto que en ciertos casos las formas de la Lineal B son más elaboradas que las correspondientes de la Lineal A. Aunque superficialmente semejantes, para una mirada experta las diferencias entre ambos tipos de escritura son patentes. Pero de estas diferencias hablaremos próximamente, al igual que del desciframiento.



8 jul 2011

La tradición del epigrama en la literatura latina antes de Marcial.

Etimológicamente el término epigrama se usa para referirse a las composiciones destinadas a ser grabadas en piedra. Así pues los primeros epigramas fueron composiciones breves pensadas para su inscripción con carácter votivo o funerario. Este tipo de epigrama arcaico está perfectamente documentado en Roma, pudiendo adscribirse a este tipo de poesía los primitivos "elogia", composiciones laudatorias en honor de difuntos, todavía en versos saturnios.

El epigrama literario, difundido extraordinariamente en época helenística, tiene su origen en estas inscripciones y de ellas toman gran parte de las características del género: brevedad, concisión, ingenio y vivacidad expresiva. El epigrama literario, concebido para ser leído o recitado, extiende su temática y pasa a expresar la más variada gama de sentimientos; encontramos epigramas eróticos, satíricos, costumbristas, festivos y, por supuesto, fúnebres.

La historia del epigrama latino puede retrotaerse también a las inscripciones funerarias, escritas en el antiguo metro saturnio. Uno de los padres de la literature romana, Ennio, también cultivo el género.
Poco se sabe del epigrama literario arcaico y la mayoría de las noticias de los gramáticos antiguos al respecto son confuses; conservamos un verso de Pompilio, un epigrama satirico del igualmente desconocido Papinio, transmitido por Varón, y alguno que otro más de dudosa autoría.

En Roma los primeros epigramas literarios datan de finales del siglo II a. C. y, siguiendo la moda alejandrina, describen en dísticos elegíacos sentimientos amorosos. En la segunda mitad del siglo I a. C. encontramos dentro de la variada obra de C. Valerio Catulo, que fue patrono del epigramista griego Antípatro de Sidón, una importante serie de epigramas en los que narra los vaivenes de su relación con Lesbia así como puyas y críticas a competidores y enemigos. También conservamos tres epigramas sepulcrales atribuidos a Plauto, Nevio y Pacuvio. Igualmente en la Appendix Virgiliana, obra al gusto neotérico y que se piensa que fue escrita por Virgilio en su juventud, figuran una serie de epigramas recogidos con el nombre de Catalepton.

El epigrama se convertirá en un entretenimiento de los hombres cultos, que lo cultivarán en todas las épocas, por ejemplo sabemos que ocasionalmente escribieron epigramas César, Cicerón, Octavio Augusto, Ovidio, Manilio, Séneca, Lucano, Petronio y Plinio el Joven.

Sin embargo el epigrama como forma literario alcanzó su configuración definitiva con Marco Valerio Marcial; él es el único escritor que adopta el epigrama como forma exclusiva para expresar sus ideas y sentimientos, dando a esta composición el carácter que actualmente tiene.


 A continuación os dejo unos cuantos epigramas de Marco Valerio Marcial para que os deleitéis con la exquisitez de su sátira. Os recuerdo que ya existe una entrada con otros epigramas del mismo autor.

"Aunque tienes las estanterías llenas de libros, 
¿por qué, Sosibiano, no publicas nada? 
"Mis herederos publicarán", respondes, "mis poemas". 
¿Cuándo? Ya es hora, Sosibiano, de que se te lea." 
Libro 4, 33.


"Quieres que te folle, pero no quieres, Sofeya, bañarte conmigo. 
No sé que es, pero algo muy horrible me sospecho: 
o fláccidos senos cuelgan de tu pecho 
o temes mostrar desnuda las arrugas de tu vientre 
o tu sexo se abre desgarrado por una descomunal raja 
o algo sobresale de los labios de tu coño. 
Mas no es nada de eso, estoy seguro: desnuda eres bellísima. 
Si eso es verdad, tienes un defecto peor: eres una sosaina."
Libro 3, 45.

"Te perdono que goces prolongando la noche con demasiadas copas de vino: tienes, Gauro, el vicio de Catón. Por escribir versos que no tienen nada que ver con las Musas y con Apolo, debes ser alabado: tienes el defecto de Cicerón. Porque vomitas, el de Antonio, porque te entregas a los placeres de la mesa, el de Apicio. Porque las chupas, dime, ¿de quién tienes el vicio? "
Libro 2, 89.‬

"Siempre que te levantas de la silla –lo he advertido ya muchas veces- tus miserables túnicas, Lesbia, te dan por el culo. Cuando intentas sacarlas tirando con la derecha, cuando intentas con la izquierda, las arrancas con lágrimas y gemidos: de tal manera son apelmazadas por la Simplégada de tu gran culo y penetran en tus nalgas enormes y oscuras. ¿Quieres corregir ese defecto horrible? Te diré cómo: Lesbia, te propongo que ni te levantes, ni te sientes."
Libro 11, 99.

4 jul 2011

LEXICON LATINITATIS MEDII AEVI HISPANIAE



La documentación latina de los Reinos Hispánicos medievales ha sido atendida de manera creciente por los estudiosos de Filología Latina desde la segunda mitad del siglo XX. A raíz de los sucesivos y periódicos Congresos Internacionales de Latín Medieval Hispánico se ha ido consolidando la apuesta por configurar un Lexicon Latinitatis Medii Aevi Hispaniae, que ubique el latín medieval hispánico en el panorama general de los estudios europeos de lexicografía latina. El curso ofrecerá un panorama completo de los proyectos existentes y mostrará algunas posibilidades docentes del latín medieval hispánico.

Fecha: 28 y 29 de julio de 2011
Lugar: Sede Universitaria de La Nucía
Coordinación: Juan Francisco Mesa Sanz
Créditos: 1
Horas: 20
Precio: estudiantes, desempleados y jubilados: 60 €. General: 80 €
Lengua vehicular: castellano 

Destinatarios: Egresados de Filología Clásica (especialmente profesores de instituto), investigadores de Historia de la lengua (especialmente lenguas románicas) y medievalistas.

Transporte: Para los matriculados se ofrecerá servicio gratuito de transporte. Las plazas estarán limitadas a la capacidad de un autobús y se adjudicarán por orden de reserva. El servicio será desde la Universidad de Alicante (parada del Aulario I, junto a la salida de la autovía) hasta la Nucía, y no estará disponible cuando el número de alumnos que lo soliciten sea menor de 20.

Para reservar plaza en el autobús, enviar un mail a la dirección seulanucia@lanucia.es o llamar al teléfono 966897733. En el correo se comunicará nombre y apellidos, número de teléfono y dirección electrónica. La organización comunicará el estado de la solicitud a los interesados. El plazo de reserva se cerrará dos días hábiles antes del inicio del curso.

La salida será una hora antes del inicio de la primera sesión de cada día; la vuelta al terminar la última actividad de cada día (llegada a la Universidad de Alicante).



PROGRAMA
Jueves 28 de Julio de 2011
9.00-9.30: Inauguración
9.30-10.15: Sesión inaugural 

J. Eduardo López Pereira (Universidad de La Coruña)
“Lexicon Latinitatis Medii Aevi Hispaniae. Antecedentes y retos”
10.15-10.30: Pausa

Sesión I. Lexicografía latina de los Reinos orientales
10.30-12.30: Glossarium Mediae Latinitatis Cataloniae 

P. Quetglas Nicolau (Universidad de Barcelona)
Ana Gómez Rabal (Institución Milá i Fontanals-CSIC)
Mercè Puig (Universidad de Barcelona)
12.30-13.00: Pausa
13.00-14.00: Corpus Documentale Latinum Valencie 

Juan Fco. Mesa Sanz (Universidad de Alicante)
Antoni A. Biosca i Bas (Universidad de Alicante)
Sesión II. Latín hispánico en contacto con la lengua y la cultura árabes
16.30-18.30: Islamolatina

José Martínez Gázquez (Universidad Autónoma de Barcelona)
Cándida Ferrero (Universidad Autónoma de Barcelona)
18.30-19.00: Pausa
19.00-20.00: “Del árabe andalusí al latín hispánico”

Alberto Montaner Frutos (Universidad de Zaragoza)

Viernes 29 de Julio de 2011
Sesión III. Lexicografía latina de los Reinos occidentales
9.00-10.00: Lexicon Latinitatis Medii Aevi Legionis 

Maurilio Pérez González (Universidad de León)
10.00-11.00: Corpus Documentale Latinum Gallaeciae 

José M. Díaz de Bustamante (Universidad de Santiago de Compostela)
11.00-11.30: Pausa

Sesión IV. Lexicografía latina del Reino de Portugal
11.30-13.30: Regnum Portucale en CODOLGA 

Paulo F. Alberto (Universidad de Lisboa)
Rodrigo Furtado (Universidad de Lisboa)
13.30-14.00: Antología de textos latinos sistematizada (ATLAS)
Juan Fco. Mesa Sanz (Universidad de Alicante)
16.00-17.30: Glossarium infimae et mediae Latinitatis (Nouvelle édition électronique) 

Bruno Bon (Institut de Recherche et d'Histoire des Textes - CNRS)
17.30-18.30: “Lexicografía latina medieval en la red: herramientas y recursos” 

Juan Fco. Mesa Sanz (Universidad de Alicante)
Antoni A. Biosca i Bas (Universidad de Alicante)
18.30-19.00: Pausa
19.00-19.45: Sesión de clausura 

Maurilio Pérez González (Universidad de León)
“El latín diplomático”
19.45-20.00: Clausura

13 jun 2011

ΟΙ ΠΡΟ-ΑΛΦΑΒΗΤΙΚΕΣ ΣΤΟΝ ΕΛΛΑΔΙΚΟ ΧΩΡΟ



Οι γνωστές ιστορικές πηγές μαρτυρούν οτι το ελληνικό αλφάβητο εμφανίσθηκε για πρώτη φορά τον 8ο π.Χ. αιώνα. Όμως πολύ πριν από το αλφάβητο, στον ελληνικό χώρο χρησιμοποιήθηκαν διάφορες άλλες γραφές, οι οποίες χαρακτηρίζονται με τον γενικό όρο προ-αλφαβητικές. Στον παρακάτω πίνακα αναγράφονται τα είδη γραφών αυτών και η περίοδος κατά οποία χρησιμοποιούνταν.


ΕΙΔΟΣ ΓΡΑΦΗΣ

ΠΕΡΙΟΔΟΣ
Συμβολική Σημειογραφία
6.000 – 1.600 π.Χ.
Ιερογλυφική
2.000 – 1.650 π.Χ.
Ο δίσκος της Φαιστού
1.700 – 1.600 π.Χ.
Γραμμική Α
1.700 – 1.450 π.Χ.
Γραμμική Β
1.450 – 1.200 π.Χ.
Κυπρομινωική
1.500 – 1.000 π.Χ.
Κλασική κυπριακή
1.000 – 200 π.Χ.

Στη συνέχεια θα εξετασθούν τα βασικά στοιχεία καθεμίας από τις παραπάνω γραφές, όπως αυτές είναι γνωστές σήμερα. Τα αντικείμενα που διασώθηκαν μέχρι σήμερα και περιέχουν σημεία ή σύμβολα των παραπάνω γραφών κατατασονται σε τέσσερις κύριες κατηγοριες.

Α) Πήλινες πινακίδες διαφόρων μεγεθών, οι οποίες διασώθηκαν, κυρίως επειδή ο πηλός από τον οποίο ήταν κατασκευασμένες ψήθηκε από τις πυρκαγιές που κατέστρεψαν τους χώρους όπου βρίσκονταν.

Β) Επιγραφές πάνω σε πήλινα αγγεία, οι οποίες γράφτηκαν είτε πριν από το ψήσιμό τους είτε μετά το ψήσιμο από τον ιδιοκτήτη τους. Συνήθως δηλώνουν το περιεχόμενο του αγγείου ή την προέλευσή του.

Γ) Αντικείμενα με αρχειακό χαρακτήρα, δηλαδή, σφραγίδες ή σφραγίσματα, ελάσματα με δυο όψεις, ράβδοι με τρείς ή τέσσερις όψεις, σφαιρίδια κ.λτ. περισσότερα από αυτά τα πήλινα.

Δ) Αντικείμενα που φέρουν εγχάρακτα γραφικά σημεία, όπως λίθινες τράπεζες προσφορών ή διάφορα μεταλλικά αντικείμενα.

Γενικά, έχουν διασωθεί αντικείμενα τα οποία δεν καταστρέφονται από τη φωτιά ή από την υγρασία, και γι'αυτό ο συνολικός αριθμός των τεκμηρίων που διαθέτουμε είναι πολύ περιορισμένος.

Όσον αφορά στα τρία γραφών που μας ενδιαφέρουν περισσότερο, σώζονται τα εξής τεκμήρια: 270 σε ιερογλυφική με 1.537 σημεία, 1.427 σε γραμμική Α με 7.362 σημεία και 4.765 σε γραμμική Β με 57.398 σημεία.

Τα αντικείμενα της πρώτης κατηγορίας είναι ασύγκριτα περισσότερα και σημαντικότερα από όλα τα άλλα. Επειδή, μάλιστα, το περιεχόμενό τους έχει συνήθως λογιστικό ή απογραφικό χαρακτήρα, μερικοί υποστηρίζουν ότι η γραφή αυτή χρησιμοποιούνταν μόνο για οικονομικούς σκόπους.

Αυτό μπορεί να ισχύει για τις πρώτες μορφές γραφής, οι οποίες δεν ήταν πολύ αναπτυγμένες, αν και τα σημερινά δεδομένα γι'αυτές είναι εξαιρετικά περιορισμένα, ώστε να καταλήξουμε στη σωστή αξιολόγιστή τους. Ο δισκος της Φαιστού περιέχει ένα κείμενο σαφώς μη οικονομικού χαρακτήρα, αλλά η μοναδικότητά του δεν επιτρέπει τη διατύπωση περαιτέρω συμπερασμάτων. Αντιθέτως, η Γραμμική Α και ιδιαίτερα η Γραμμική Β αποτελούν ολοκληρωμένα συστήματα γραφής και θα μπορούσαν θαυμάσια να χρησιμοποιηθούν και για τη σύνταξη λογοτεχνικών, ιστορικών ή άλλων διδακτικών κειμένων.


1 may 2011

"Verba volant scripta manent"


La verdadera filología en un sentido muy cercano al que tiene en la actualidad, una actividad que tiende a editar y explicar a los autores antiguos, se inicia en la Alejandría de los Ptolomeos. Aunque en época anterior se dan algunos preludios. El hecho básico fue la creación de la Biblioteca de Alejandría, obra de Ptolomeo I, que se rodeó de un grupo de eminentes eruditos y críticos que echaron las bases de una larga tradición, que duraría hasta el fin de la Antiguedad.

La difusión, la conservación y la reflexión sobre la catalogación del libro y la crítica literaria se desarrollaron durante la época helenística con la creación de grandes bibliotecas, que respondían al deseo enciclopédico que se puede encontrar, por ejemplo, en el afán de Aristóteles y que respondían también, sin duda, a razones de prestigio político.

Las ediciones alejandrinas son la fuente última de las ediciones modernas de los autores griegos. Se produjo una verdadera obsesión por recoger en la Biblioteca todo lo publicado. Los ejemplares venían sobre todo de Atenas, Rodas y Antioquía.

La Biblioteca se organizó burocráticamente con un bibliotecario al frente, y se procedió a la reunión y catalogación de los fondos que iban entrando.[1]

Los lugares más representativos fueron:


-En Alejandría, la biblioteca creada por Ptolomeo I Sóter y constituida por Demetrio de Falero. Llegó a contener 500.000 volúmenes (en la parte del Museion) y 40.000 en el templo de Serapio (Sérapeion). El Museion fue destruido parcialmente en el 47 a. C. 

-En Pérgamo, la biblioteca fundada por Átalo I, contenía 200.000 volúmenes que fueron llevados al Serapeo por Marco Antonio y Cleopatra tras la destrucción del mismo. El Serapeo fue destruido, en parte, poco después, 391 por los cristianos y los últimos libros desaparecieron en 641 con la conquista árabe. 

-En Atenas, el Ptolemaion fue la que tuvo más relevancia tras la destrucción de la Biblioteca de Alejandría. Importantes fueron también la biblioteca de Pantainos, hacia el 100; y la biblioteca de Adriano, en 132.

-En Rodas, se creó una biblioteca que intentó rivalizar con la de Alejandría. 

-En Antioquia hubo una biblioteca pública de la que Euforión de Calcis fue director hasta finales del siglo III.


Las bibliotecas tenían sus propios talleres de copistas y la organización general de los libros aseguraba los trabajos siguientes:
 -Conservación de un ejemplar de cada libro
 -Traducción (Biblia de los Septantes)
 -Crítica literaria para catalogar los textos de referencia para su copia (La Ilíada y La Odisea)
 -Constitución de catálogos de libros
 -La propia copia que permitía la difusión de los libros.

Uno de los momentos más importantes para la historia del libro, y con ello la transmisión de textos, fue el nuevo formato que empezó a dársele a partir del s.II d.C., se trata de la conversión del antiguo rollo de papiro en un volumen de hojas encuadernadas, en papiro o pergamino[2].

Las ventajas del códice sobre el rollo de papiro eran muchas. Resultaba más práctico, más fácil de manejar, se podía guardar en armarios y no en cajas, como ocurría con los rollos, se podían numerar las páginas con lo que la interpolación resultaba más difícil.

En un primer estadio, el códice estaba constituido por una serie de hojas de papiro unidas por los bordes. Poco a poco se sustituye por el pergamino. Los códices en papiro más antiguos que conocemos son del s. II d.C. y son obras escriturísticas. Parece que el cristianismo influyó no poco en la invención de la nueva técnica librera, y ello se explicaría por el interés que tenía la naciente Iglesia por evitar la falsificación. Otra cosa es que lo consiguiera.

La invención del códice influyó, asímismo, en la transmisión de la literatura, puesto que la práctica normal de que cada libro de una obra ocupara un rollo, se convirtió en la tendencia a reunir en un solo códice varios rollos. Con ello se ganaba espacio y se hacía más factible la lectura de una obra entera. Pero, al no caber en un solo códice una obra muy larga, obligó a dividirla en tomos, y con ello se facilitaba la posibilidad de la pérdida de una parte de una obra.


[1] Hubo en realidad dos bibliotecas, la oficial o mayor, y la del Serapeo. Hubo asímismo un Museo, que reunía en su seno a los sabios de la época. E.A. Parsons, The alexandrian Library, Amsterdam, 1952.
[2] El pergamino era piel de animal curtida. Se creó en la ciudad de Pérgamo y de ahí su nombre.

Introducción al libro en la Antigüedad.


Editar una obra antigua y la de un autor contemporáneo son dos tareas muy distintas. Si tomamos la edición crítica de una obra, podemos observar que va precedida de un prefacio en el que el editor da cuenta de los manuscritos, papiros, citas de la traducción literaria indirecta, listas de escolios o comentarios que le han servido para establecer su propia edición. Y sólo en muy pocos casos, realmente en casos muy excepcionales, el autor se encuentra ante un texto original. Entre el manuscrito original y la edición crítica hay un largo proceso de siglos. Estudiar este proceso es el objeto de las tareas más fastigosas y apasionantes de la filología: la historia de la tradición del texto.

Es en el período comprendido entre los s.VI y V a.C. cuando de hecho surgen los primeros intentos por perpetuar las ideas con el despertar de la personalidad[1]. Y para ello contribuyó mucho un tipo de soporte. Los rollos de papiro han debido ser el primer ejemplo de lo que podemos llamar en sentido lato "libro". Es en este material, en el que publican los presocráticos sus tratados.

En muchos casos debemos adaptar nuestra visión moderna acerca del proceso de edición de una obra a la que se tenía en la antigüedad. Como en todo proceso histórico debemos ver con otros ojos aquello que se producía, contextualizándolo a las técnicas y costumbres de la época.

Hemos de suponer, por tanto, que el autor dictaba el contenido de su obra a amenuenses; era pues un tipo de edición privada, para usos muy restringidos. El libro pasaba luego de mano en mano, aunque muy pronto debió iniciarse un cierto comercio librero[2] a pequeña escala, para satisfacer las demandas del público. Otras veces la confección debió de tener finalidades puramente prácticas: cuando Píndaro componía sus epinicios y debía cuidar de su ejecución, se veía en la necesidad de proporcionar copias para que el coro pudiera ensayar.

Aristófanes nos cuenta en "Ranas v.114", que "cada ciudadano, con un libro en la mano, aprende lo que debe.". La enseñanza se basaba en al lectura de los grandes autores del pasado.[3]

Y otra característica importante a tener en cuenta en esta época que afectará claramente a la transmisión del texto original, son los derechos de autor.

Los derechos de autor son prácticamente inexistentes en el mundo griego y latino. Cualquier autor podía vender su texto/obra a un editor, quien quedaba dueño de la obra. Ello hizo que la obra quedara a merced de revisiones, cambios, correciones,...[4]



[1] Los griegos disponían de tablillas de cera -que, en la práctica sólo servían para tomar notas y hacer borradores- o de papiros que ya habían sido usados en el Egipto faraónico.
[2] Nos han llegado noticias que dicen que Sócrates compró un texto de Anaxágoras por una dracma, y que Platón se hizo con las obras de Filolao por cien minas para su colección en la Academia.
[3] Como se verá más adelante, este modelo de educación a tarvés de la lectura de los antiguos va a perdurar en el tiempo y se va a ver claramente su herencia del mundo griego en el Imperio Bizantino.
[4] Kleberg, pág. 51-ss.

30 abr 2011

Tributo a la Lengua Griega


Busto del emperador Adriano
“Siempre agradeceré a Scauro que me hiciera estudiar el griego a temprana edad. Aun era un niño cuando por primera vez probé a escribir con el estilo* los caracteres de ese alfabeto desconocido; empezaba mi gran extrañamiento, mis grandes viajes y el sentimiento de una elección tan deliberada y tan involuntaria como el amor. Amé esa lengua por su flexibilidad de cuerpo bien adiestrado, su riqueza de vocabulario donde a cada palabra se siente el contacto directo y variado de las realidades, y porque casi todo lo que los hombres han dicho de mejor lo han dicho en griego. Bien sé que hay otros idiomas, están petrificados, o aún les falta nacer. Los sacerdotes egipcios me mostraron sus antiguos símbolos, signos más que palabras, antiquísimos esfuerzos por clasificar el mundo y las cosas, habla sepulcral de una raza muerta.(..)
Nada igual la belleza de una inscripción votiva o funeraria latina; esas pocas palabras grabadas en la piedra resumen con majestad impersonal todo lo que el mundo necesita saber de nosotros. Yo he administrado el imperio en latín; mi epitafio será inscrito en latín sobre los muros de mi mausoleo a orillas del Tiber; pero he pensado y he vivido en griego.”

Publio Elio Adriano
.